Η στενωτική τενοντοελυτρίτιδα De Quervain είναι φλεγμονή των τενόντων του πρώτου ραχιαίου διαμερίσματος του καρπού και του ελύτρου που τους περιβάλλει. Το τενόντιο έλυτρο παχαίνει και εμφανίζει οίδημα που περιορίζει τον χώρο που κινούνται οι τένοντες με αποτέλεσμα την δυσκολία ολίσθησης τους μέσα στο κανάλι τους. Οι τένοντες που επηρεάζονται είναι του μακρού απαγωγού και του βραχύ εκτείνοντα του αντίχειρα.
Βασικό σύμπτωμα είναι ο πόνος στην βάση του αντίχειρα που επιδεινώνεται με την προσπάθεια συγκράτησης αντικειμένων ή στροφικών κινήσεων (π.χ στο γύρισμα του κλειδιού) και ενδέχεται να αντανακλά στον αντίχειρα και στο αντιβράχιο. Λόγω του οιδήματος, κατά την κίνηση του ο αντίχειρας μπορεί να αναπηδά. Σταδιακά, ο πόνος και το οίδημα περιορίζουν την κίνηση του δακτύλου.
Η αιτία που πυροδοτεί την φλεγμονή είναι η υπέρχρηση του αντίχειρα που σχετίζεται με την δραστηριότητα όπως π.χ η υπερβολική χρήση πληκτρολογίου, πιάνου κλπ. Επίσης εμφανίζεται σε άτομα που πάσχουν από ρευματοειδή αρθρίτιδα. Προσβάλει συχνά άτομα ηλικίας 30 με 50 ετών με τις γυναίκες να πάσχουν 9 φορές συχνότερα από τους άνδρες. Γι’ αυτό και η τενοντοελυτρίτιδα De Quervain χαρακτηρίζεται και ως "σύνδρομο της νοικοκυράς".
Στα πρώτα στάδια της φλεγμονής, η αντιμετώπιση είναι συντηρητική. Συστήνεται ανάπαυση, αποφυγή των δραστηριοτήτων που προκαλούν πόνο και φαρμακευτική αγωγή. Επίσης, η εφαρμογή νάρθηκα μπορεί να βοηθήσει στον περιορισμό των συμπτωμάτων. Εφόσον η συντηρητική θεραπεία δεν αποδίδει και περιορίζεται η λειτουργικότητα του χεριού σε μόνιμη βάση, τότε το πρόβλημα αντιμετωπίζεται χειρουργικά.
Ένα εξελισσόμενο πρόγραμμα Φυσικοθεραπείας εφαρμόζεται τόσο κατά την συντηρητική αντιμετώπιση, όσο και μετεγχειρητικά, αρχικά για τον περιορισμό του πόνου και της φλεγμονής και τελικά για την βελτίωση και διατήρηση της κινητικότητας του αντίχειρα.