Στην άρθρωση του ώμου
συνδέεται το βραχιόνιο οστό με την ωμοπλάτη. Η σφαιρική κεφαλή του βραχιονίου
εφάπτεται με την υπόκοιλη ωμογλήνη σχηματίζοντας μία ασταθή άρθρωση, την
άρθρωση του ώμου. Αυτό επιτρέπει την κίνηση του άνω άκρου προς όλες τις κατευθύνσεις.
Λόγω αυτής της ανατομικής αστάθειας, το εξάρθρημα στον ώμο είναι κάτι συχνό. Οι
μυς και οι σύνδεσμοι του ώμου συγκρατούν την άρθρωση στη θέση της, επιτρέποντας
ταυτόχρονα την κίνηση του άνω άκρου σε σχέση με τον κορμό. Επιπλέον, ένας
χόνδρινος δακτύλιος περιμετρικά της ωμογλήνης, αυξάνει το βάθος της κοιλότητας,
και εμποδίζει την κεφαλή του βραχιονίου να βγει από την θέση της.
Όταν στην άρθρωση ασκηθεί
δύναμη που έχει την τάση να απομακρύνει τα οστά μεταξύ τους ενώ οι μυς και οι
σύνδεσμοι αδυνατούν να τα συγκρατήσουν προκαλείται εξάρθρημα.
Πρόσθιο εξάρθρημα ώμου
Η κεφαλή του βραχιονίου μετατοπίζεται μπροστά από την ωμογλήνη. Το πρόσθιο
εξάρθρημα είναι το συχνότερο και αφορά ποσοστό πάνω από το 95% των
εξαρθρημάτων.
Γι’ αυτό όταν αναφερόμαστε σε εξάρθρημα ώμου, εννοούμε πρόσθιο
εξάρθρημα.
Οπίσθιο εξάρθρημα ώμου
Η κεφαλή του βραχιονίου μετατοπίζεται πίσω από την ωμογλήνη. Η βίαιη
μετατόπιση των οστών, μπορεί να προκαλέσει μια σειρά από τραυματισμούς όπως:
ρήξεις τενόντων, κακώσεις συνδέσμων, θλάσεις μυών, τραυματισμούς αρθρικών
επιφανειών και κατάγματα, με σοβαρότερο αυτό της βραχιόνιας κεφαλής που μπορεί
να προκαλέσει μόνιμες βλάβες.
Ανάταξη του εξαρθρήματος
Το άτομο με εξάρθρημα ώμου πονάει τόσο πολύ που αναζητά άμεσα ανακούφιση. Η
ανάταξη του εξαρθρήματος πρέπει να γίνεται πάντοτε από γιατρό. Ο γιατρός είναι
ο μόνος που μπορεί να ελέγξει πριν την ανάταξη τυχόν βλάβες στα νεύρα, στους
μαλακούς ιστούς, στα αγγεία και να αποκλείσει την πιθανότητα κατάγματος. Ο
ακτινολογικός έλεγχος πριν την ανάταξη βοηθάει το γιατρό να σχηματίσει μία πιο
ολοκληρωμένη εικόνα πριν παρέμβει.
Η ανάταξη γίνεται με ειδικούς χειρισμούς που
μόνο ο γιατρός γνωρίζει. Σε περιπτώσεις όπου συνυπάρχει κάταγμα μπορεί να
χρειαστεί ανάταξη με χειρουργική επέμβαση που λέγεται ανοικτή ανάταξη. Στη
συνέχεια τοποθετείται περίδεση που ακινητοποιεί τον ώμο.
Μετά την ανάταξη τα
αρθρούμενα οστά παίρνουν τη σωστή θέση. Οι βλάβες όμως που πιθανόν συνοδεύουν
το εξάρθρημα παραμένουν. Οι σύνδεσμοι, που έχουν διαταθεί, ο επιχείλιος χόνδρος
που έχει αποκολληθεί, οι μυς που έχουν υποστεί ρήξη και οι βλάβες στην κεφαλή
του βραχιονίου παραμένουν παρά την ανάταξη. Μετά το εξάρθρημα ώμου, η άρθρωση
δεν είναι ποτέ ίδια με πριν.
Αντιμετώπιση μετά
την ανάταξη
Εφαρμόζεται στο άνω άκρο
περίδεση η οποία συγκρατεί το άνω άκρο πάνω στον κορμό. Η εφαρμογή διαρκεί από
3 έως 6 εβδομάδες, ανάλογα με την ηλικία του πάσχοντα. Στο διάστημα αυτό θα
πρέπει να δίνονται οδηγίες για κινητοποίηση των δακτύλων, του καρπού και του
αγκώνα. Ο κίνδυνος κατά την περίοδο ακινητοποίησης είναι η δυσκαμψία. Μετά την
περίοδο ακινητοποίηση, ξεκινάει το πρόγραμμα φυσικοθεραπείας που στοχεύει στο
να αυξήσει όσο το δυνατόν περισσότερο το λειτουργικό επίπεδο της άρθρωσης.
Χρειάζεται σειρά αρκετών συνεδριών φυσικοθεραπείας και αρκετή υπομονή από τον
πάσχοντα. Η αποκατάσταση δεν επιτυγχάνεται μόνο με τη χρήση θεραπευτικών
μηχανημάτων. Ο φυσικοθεραπευτής θα πρέπει να γνωρίζει τις τεχνικές
αποκατάστασης για τη δυσκαμψία, την μυϊκή ενδυνάμωση και την μυϊκή συνέργεια.
Τραυματικό καθ'έξιν
εξάρθρημα ώμου
Είναι μια υποτροπή του
εξαρθρήματος του ώμου κατά την οποία ο ώμος αποκτά μια ευαισθησία στο να
εξαρθρώνεται. Αυτό συμβαίνει λόγω χαλάρωσης των συνδέσμων που συγκρατούν την
άρθρωση μετά από επαναλαμβανόμενο τραυματισμό ή ανεπαρκή ακινητοποίηση. Η
ηλικία στην οποία συνέβη το πρώτο εξάρθρημα και οι δραστηριότητες του πάσχοντα
καθορίζουν την πιθανότητα υποτροπής. Όσο μικρότερη ηλικία, τόσο μεγαλύτερη
πιθανότητα υποτροπής υπάρχει.
|
|